Γράμμα για ένα γέροντα ποιητή
Αβάνα, Κούβα του Κος Κάουσε Σ'αυτό το στερνό γράμμα δε μιλάτε πια για την άνοιξη και λέτε πως δε γράφετε άλλο, πως λίγο διαβάζετε, μα προσέχτε γιατί ο θάνατος, αλλάζει φορεσιά κάθε που ψάχνει κάτι. Τα γερατειά είναι μια πόλη περ' απ' τη θάλασσα. Ο χρόνος κυλάει και δε μας λογαριάζει και πρέπει να 'τοιμάσουμε το πρόσωπο μας γι αυτή τη θλίψη. Εσείς φοβάστε μην πεθάνετε, σωστή κι αξιοσέβαστη ανησυχία. Το παιδί σαλεύει στο βάθος, μελαγχολικά, σαν το λαό εκεί απ' όπου στέλνουμε κιτρινισμένες καρτποστάλ σαν κάποια εποχή μας σφίγγει από παντού. Άλλος γυρνάει στα παιδικά του χρόνια και σφαλίζει μια πόρτα. Εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ το μυστήριο περιστερένιο σπίτι σας, μήτε τα λείψανε σκόρπια στη σάλα σαν σκουπίδια, μήτε το κάδρο όπου σεις στο πρόσωπο μοιάζετε κείνου που έχει ένα χρόνο ν' αντικρύσει ένα παιδί, κι ο μακρόσυρτος καπνός της πίπας σπέρνει δισταγμούς. Διάβασα το βιβλίο σας και, πιστέψτε με, τώρα πηγαίνω κρατώντας ένα κομμάτι ελπίδας. Ακόμη αγαπάτε την Μπεατρί...