"Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνον στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο." [...] "Α, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες απάνω στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει" πόσο θα στρίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά σφαγμένα παλληκάρια της ώσπου να βρει το φώς το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής. Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης μετράει οργιά- οργιά τη γης και τις κορδές του λαγούτου και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ως το χάραμα καημό- καημό το λέν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους...